Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 1964

Τον Δεκέμβρη του 1943:  Η υπέροχη θυσία


Ο Σταυρός...
Ο Τάφος...
Ο Γολγοθάς των Καλαβρυτινών...

Σήμερα: Χορτάρια κι’ αγριολούλουδα


Τούτες τις μέρες, οι 13 του Δεκέμβρη στης μνήμης την οθόνη, περνούν κι’ ανταύγειες σκορπούν, μορφές μιας υπέροχης θυσίας. Φτερώνει η φαντασία και συγκινημένη τρέχει στα περασμένα, σκύβει και φιλά το Σταυρό, τους τάφους, που χορτάρια κι’ αγριολούλουδα σκόρπισ’ απάνω τους η φύση.

Ξημέρωνε 13 Δεκέβρη του 1943. Ανήσυχα κοιμώνταν στης νύχτας την αγκαλιά γερμένα και βαριανάσαναν τα Καλάβρυτα! Φωνή δεν ακουγόταν καμμιά. Θαρρείς κι’ ένα αόρατο χέρι είχε, όλων των ζωντανών τα στόματα κλεισμένα κι’ έσφιγγε ασφυκτικά και σταματούσε της καρδιάς το χτύπο! Πετάχτηκε, απ’ ονείρου εφιάλτη, το παιδί αλαφιασμένο.

-Μάννα! Ξύπνα μάννα! Ο πατέρας! Δεν τον βλέπεις; Αίματα έχει στα χέρια και στο πρόσωπο!

-Σώπα γυιόκα μου και δεν είναι τίποτα! Κοιμήσου!

Το παιδί κοιμήθηκε. Μα της μάννας η καρδιά σφίχθηκε και η σκέψη κακό έβαζε. «Βάλε το χέρι σου Παναγιά μου! Και φύλαξέ μας»!

Ξημέρωσε! Ο ουρανός, φορτωμένος μολυβιά σύννεφα, σκορπισμένα από της μπόρας το χέρι, κακό προμηνούσε.

Κάτω στους δρόμους ανήσυχοι, λιγομίλητοι, πηγαινοέρχονται οι άντρες. Σαν τ’ αγρίμια τριγυρνούν οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα. Κι’ ο κρότος απ’ τις μπότες και των όπλων τ’ αντίκρυσμα, θόλωνε τα μάτια και τις καρδιές αλλόκοτα έκαμε να χτυπούν. Κι’ εκεί, κατά τα μεσημέρι, αφού τους άντρες μάζεψαν με ψεύτικα λόγια, με κούφιες υποσχέσεις, άναντρα, κάτω απ’ του κάστρου την πλαγιά τους οδήγησαν σα δήθεν να τους μιλήσουν.

Μ’ αντί για λόγια, πίσω απ΄ τις μαύρες ραχοκοκκαλιές, κρύες οι κάνες των πολυβόλων πρόβαλαν και το θάνατο άρχισαν να σκορπούν.

Έπεφταν με ματωμένο το κορμί, μ’ απλωμένα τα χέρια, σ’ ανάθεμα πούστελναν τους βάρβαρους, ένας μετά τον άλλον, οι αθώοι σαν το δενδρί τ’ αντρειωμένο π’ αστροπελέκι το χτυπά. Βάφηκαν οι χειμωνανθοί απ’ των ηρώων το αίμα. Και σαν έφυγαν οι βάρβαροι, σύρθηκ’ η μάννα η χαροκαμένη να πάρη το παδιί τ’ αδικοσκοτωμένο.

Τόσο βαρύς είναι’ ο πόνος, που ξέρανε το δάκρυ της ψυχής, που βούβανε τα ξεραμένα χείλια φαρμάκι ποτισμένα, σαν το καφτό το σίδερο π’ απάνω στο νερό περνά.

Αχόρταγες οι φλόγες έζωσαν ολούθε τα σπίτια. Και κει κατά τ’ απόβραδο, αφού της μάννας η καρδιά σκίστηκε και σπάραζε πάνω απ’ του γυιού της τ’ άψυχο κορμί κι’ ενώ ο ήλιος περίλυπος βιαζόνταν να βουτήξη στη δύση του, ύστερα απ’ το κακό πούγινε, σύρθηκ’ η μάννα με το παιδί στην αγκαλιά, το σκοτωμένο, στου Κοιμητηριού μια γωνιά να πάη να το μοιρολογήση! Απλώθηκ’ η νύχτα κατάμαυρη στα Καλάβρυτα. Ξέφυλλα τα κλωνάρια του γεροπλάτανου, αγεροχτυπιούνται στο περιβόλι. Σκούζει η κουκουβάγια στα χαλάσματα που καπνίζουν. Κι’ όλα μαζί συντροφεύουν στο θρήνο της μάννας την καρδιά την πονεμένη! Σταματά ο νους κι’ η σκέψη σαν θυμηθή κανείς τη μαύρη εκείνη μέρα.

Τα χρόνια περνούν. Τα παιδιά – μικρά τότε – αντρώνονται, μεγαλώνουν. Τα Καλάβρυτα ξαναζωντανεύουν σαν τον φοίνικα. Η καρδιά τους αρχίζη να σφυρίζη, να κτυπά. Ο αγέρας της λευτεριάς τ’ αγκαλιάζει.

Ξημερώνουν λαμπρόγχρωμες μέρες. Ένας πελώριος Σταυρός υψώνεται στον τόπο της μεγάλης θυσίας. Αντιφεγγίζουν μέσα στην νύχτα, φωτεινά μάτια, πάνω στους τάφους, τα καντήλια.

Κοιτάζουν ανάμεσα απ’ τ’ άστρα οι μορφές των ηρώων. Μας χαμογελούν. Γεμίζει η ψυχή μας συγκίνηση.

Χορεύουν τούτη τη μέρα γύρω απ’ το Πάνθεο των ηρώων. Και χαίρονται. Χαίρονται γιατί το αίμα τους πότισε της λευτεριάς το δέντρο. Κι’ ανάμεσά τους είναι κι’ ένας λοχαγός. Ο Βασίλης. Του κρατούσαν τόσα χρόνια τη θέση αδειανή. Τον περίμεναν. Αυτοί έπεσαν στα Καλάβρυτα. Ο Βασίλης στη Κύπρο. Δίδυμη η θυσία. Κοιτάζουν με της ψυχής τους τα μάτια και χαίρονται γιατί στο κοντάρι της, την Ελληνική σημαία, βλέπουν να κυματίζη. Ηρωϊκά Καλάβρυτα! Δοξασμένη γη! Που από σας ξεκινά το Εικοσιένα!

Σ’ εσάς πλήθος μάρτυρες, οι ήρωες γεννιούνται. Στο βωμό της λευτεριάς μ’ αντρειωσύνη ξέχωρη πέφτουν.

Ας είστε ευλογημένα! Σαν έφτιαχνε ο Θεός τον κόσμο, σε σας πολλές θυσίες είχε τάξει.

Ας είναι αιωνία η μνήμη των ηρώων σας!

ΦΩΤΗΣ ΓΚΟΛΑΣ

Διδάσκαλος