Εξ αφορμής μιας «ανθρωποφαγίας…»


Του Χρίστου Φωτεινόπουλου



Η ανθρωποφαγία - με την κυριολεκτική χρήση του όρου - συνδέεται με μακρινές εποχές και κοινωνίες μ’ ένα διαφορετικό τρόπο οργάνωσης και ασκήθηκε από μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας, ανεξαρτήτως φυλετικής διάκρισης. Με την μεταφορική χρήση του όρου, - που θα μας απασχολήσει εδώ -, η ανθρωποφαγία είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο. Είναι εκείνη η κοινωνική συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από πρωτογονισμό, δηλ. άγρια ένστικτα αχαλιναγώγητα, κυνισμό, μισαλλοδοξία και φανατισμό, επιθετικότητα, άκρατη ιδιοτέλεια, αδιακρισία κ.λ.π.

Σε όλες τις κοινωνίες του παρελθόντος, σε όλες τις μορφές κοινωνικές οργάνωσης υπήρχαν τέτοια φαινόμενα. Δεν είναι αποκλειστικό «προνόμιο» της δικής μας εποχής. Η διαφορά είναι ότι τότε οι συμπεριφορές αυτές περιορίζονταν, σε μεγάλο βαθμό, στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και χαρακτήριζαν, κυρίως, τις ηγετικές ομάδες που διεκδικούσαν την εξουσία. Οι αυτοκρατορίες, τα αυταρχικά καθεστώτα και οι μοναρχίες βρίθουν από «ανθρωποφαγικές» πράξεις: δολοπλοκίες, δολοφονίες, απάνθρωπη σκληρότητα, θηριωδίες. Μια ματιά αν ρίξει κάποιος στην ιστορία αλλά και σε συγκλονιστικά έργα της λογοτεχνίας της ανθρωπότητας θα διαπιστώσει ότι είναι γεμάτα από ανομολόγητες πράξεις τέτοιου είδους. (Ενδεικτικά, στην «καθ’ ἡμᾶς» λογοτεχνία ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το ιστορικό μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση “Σέργιος και Βάκχος”, στο οποίο ο συγγραφέας μεταξύ άλλων εξιστορεί με ευτράπελο τρόπο τις ίντριγκες στην αυτοκρατορική Αυλή του Βυζαντίου). 

Αλλά και στις πιο κοντινές μας κοινωνίες εκδηλώνονταν τέτοιες συμπεριφορές δηλ. συμπεριφορές με «ανθρωποφαγικά» στοιχεία - θα τις ονομάζαμε σήμερα ρατσιστικές - ιδίως ορατές στις μικρές κοινωνίες, που προοδευτικά κατέληγαν να απειλούν την ενότητα και την συνοχή τους. Με αφετηρία ένα μικρό παρορμητικό - εκ ψυχολογικής ή κοινωνικής ανάγκης - αθώο κουτσομπολιό που σε πολλές περιπτώσεις άγγιζε τα όρια της συκοφαντίας, οι άνθρωποι οδηγούνταν μέχρι τα πειράγματα και τις καζούρες προς τους ιδιόρρυθμους συνανθρώπους μας ή και στην μειωτική εκείνη συμπεριφορά, την ενδεδυμένη με τον μανδύα του οίκτου, προς τον φτωχό, τον φουκαρά, τον ανίσχυρο, τον ασθενή, τον «διαφορετικό». 

«Μα από ποιούς;» θα αναρωτηθεί κανείς. 

Συνήθως ενοχοποιούνταν οι μεγαλόστομοι φύλακες της ηθικής, της αλήθειας και της καθαρότητας. Ωστόσο, αυτές οι συμπεριφορές – τηρουμένων των αναλογιών - δεν συγκρίνονται με την σημερινή βαρβαρότητα. 

Σήμερα αυτό το φαινόμενο, βοηθούσης και της τεχνολογικής εξέλιξης, έχει γενικευτεί. Δεν υπάρχει ανθρώπινη δράση και δραστηριότητα που να μην έχει μολυνθεί από αυτόν τον μολυσματικό ιό. Η πολιτική, η πνευματική, η καλλιτεχνική και η αθλητική ζωή – χώροι πλέον καθαρά ανταγωνιστικοί - έχουν μετατραπεί σε αρένες, όπου καθημερινά διεξάγονται ανελέητοι αγώνες «ανθρωποφαγίας» και αποτελούν βαρύτατη μομφή για την εποχή μας και τον πολιτισμό μας.

Αρχές και αξίες που συγκροτούσαν τον ιστό της κοινωνίας μας, όπως η συλλογικότητα, ο αλτρουισμός, η κοινωνική ευαισθησία, η αλληλεγγύη, η φιλία, η εμπιστοσύνη, είτε έχουν ξεθωριάσει είτε θεωρούνται ξεπερασμένες συμπεριφορές. 

Τον χορό της σύγχρονης «ανθρωποφαγίας» τον σέρνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (τηλεόραση, έντυπος και ηλεκτρονικός Τύπος, διαδίκτυο κ.λπ), των οποίων οι εργοδότες, σκεπτόμενοι επιχειρηματικά, αναζητούν και βρίσκουν την τροφή τους σε μια κοινωνία που μαστίζεται από την σήψη, την παρακμή και την διαφθορά. Έτσι, παραμέρισαν την κύρια αποστολή τους (ενημέρωση, ψυχαγωγία, εκπαίδευση) και τις παραδοσιακές αρχές της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και εγκαινίασαν νέες δημοσιογραφικές «αρετές» και προϊόντα που «πουλάνε», όπως ο αφοριστικός και ισοπεδωτικός λόγος, η συνωμοσιολογία, η ελαφρότητα, η αμετροέπεια, η αλαζονεία, η υποκρισία, η λασπολογία … ο δημοσιογραφικός κιτρινισμός και κρετινισμός, στον απόγειό του.

Στην καθημερινή «μιντιακή» αρένα στήνονται σφαγεία: για τους ξένους, τους μετανάστες, τους έγχρωμους, τους διαφορετικούς, τους ασθενείς. Άνθρωποι-θύματα που θεωρούνται διαφορετικοί, λόγω της φυλής, του χρώματος, του φύλου, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, της περιουσιακής κατάστασης, του τόπου γέννησης, της αναπηρίας ή του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, κατασπαράσσονται.

Τα ρατσιστικά, τα ξενοφοβικά και τα ομοφοβικά παραληρήματα των διαφόρων «ειδικών» - συνοδεία σεξιστικών και σεξουαλικών υπονοουμένων - δίνουν και παίρνουν. Η δημοσιογραφική αδηφαγία (συνήθως μέσα από την ασφάλεια της ανωνυμίας) τα υιοθετεί άκριτα, αδιάκριτα, απάνθρωπα… Και δεν διστάζει να τα καλλιεργεί. Γαργαλιστικές ιστορίες που τις αναπαράγει η δημοσιογραφία της κλειδαρότρυπας και της κρεβατοκάμαρας προσκομίζουν οφέλη, ακροαματικότητα και κέρδη. Άνθρωποι - θύματα, αυτοί και οι οικογένειές τους, διασύρονται και διαπομπεύονται δημόσια. Άλλοι βιώνουν αυτόν τον ανελέητο με τον χυδαιότερο τρόπο εξευτελισμό με εγκαρτέρηση, άλλοι επιλέγουν το απονενοημένο διάβημα. 

Το ρεσιτάλ της «ανθρωποφαγίας» συνεχίζεται με το στήσιμο των περίφημων τηλε-δικών. Πρόκειται για την τηλεοπτική «ανθρωποφαγία», την τηλεοπτική διαπόμπευση. Ποικιλώνυμοι δημοσιογράφοι - υποκαθιστώντας τους φυσικούς δικαστές - αναγορεύονται σε ρόλο δικαστή, εισαγγελέα, ανακριτή, δικηγόρου, αστυνομικού… και δικάζουν. Η δικαιοσύνη απονέμεται στα τηλεοπτικά παράθυρα. Ο πέλεκυς της μιντιακής δικαιοσύνης πέφτει αμείλικτος. Ο αθώος και ο ένοχος έχουν στην οθόνη την ίδια μεταχείριση: υφίστανται τον ίδιο εξευτελισμό και την ίδια κατακρεούργηση. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, ο νομικός κόσμος σιωπά, η συντεταγμένη πολιτεία είναι απούσα.

Κι εμείς μπροστά σ’ αυτές τις φασίζουσες συμπεριφορές, την δημόσια χυδαιότητα και την αποφορά των σκουπιδιών, κωφεύουμε, σιωπούμε, αδιαφορούμε.  

Υπάρχει λύση; Δηλαδή ελπίδα; Πολλοί προτείνουν τον δρόμο της αγωγής και της παιδείας. Άλλοι πιο δυναμικές και αγωνιστικές λύσεις. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, πρέπει να σηκωθούμε όρθιοι και να αρθρώσουμε λόγο, να υψώσουμε φωνή για να υπερασπιστούμε τους δημοκρατικούς θεσμούς και τον πολιτισμό μας, δηλ. την ζωή μας, γιατί μόνο τότε θα υπάρξει ελπίδα. 

χ.φ.